Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΟ ΤΡΥΠΟΧΩΡΙ


Σε τέσσερις μέρες ήταν Χριστούγεννα και έτσι ξεκίνησαν οι πέντε τους για το τρυποχώρι. Ένα μικρό γραφικό χωριό, χτισμένο στη πλαγιά ενός από τα ψηλότερα βουνά της χώρας τους.

Είχαν καταφέρει μετά από πολύ καιρό να ξαναβρεθούν και οι πέντε μαζί μόνοι τους όπως τον παλιό καιρό. Διάλεξαν το μέρος εκείνο γιατί ήταν πραγματικά συναρπαστικό και απομονωμένο, για να θυμηθούν τα χρόνια που ζούσαν απομονωμένοι, ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους.

ΟΙ ετοιμασίες είχαν τελειώσει μια βδομάδα πριν. Είχαν καταφέρει να φύγουν για λίγο από τις ασχολίες τους και να βρεθούν μακριά από τις καθημερινές καταστάσεις.

Το ταξίδι έγινε ευχάριστο με προσμονή για την επόμενη βδομάδα. Κάπου μια ώρα πριν το χωριό χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουν αντιολισθητικές αλυσίδες, στη σακαράκα που τους κουβάλαγε, γιατί το χιόνι είχε γίνει αρκετά πυκνό και επικίνδυνο.

Το καταφύγιο ήταν όπως ακριβώς το περίμεναν. Ένα παλιό χαμόσπιτο στην πλαγιά του βουνού αρκετά μακριά από το χωριό, με λιγοστά ξύλα για το τζάκι και αρκετή ποσότητα σκόνης και βρώμας ολόγυρα του. Όμως ήταν το κατάλληλο μέρος για να κρυφτής από το κρύο και τους λύκους, που κυκλοφορούν σε αυτά τα μέρη.

Οι δουλειές χωρίστηκαν ανάλογα και σε μερικές ώρες το καταφύγιο είχε μετατραπεί σε βιώσιμο χώρο. Ήταν κιόλας περασμένες έντεκα το βράδυ, όταν κατάφεραν να κάτσουν στο τραπέζι για να φάνε τη σπεσιαλιτέ του ΜΟΥΓΚ που ήταν και η πρώτη του.

Κάπου στη πέμπτη μπουκιά χτύπησε η πόρτα, ένα χτύπημα δυνατό αλλά όχι βάνδαλο.. Τα πιρούνια σταμάτησαν ανάμεσα στο πιάτα και στα στόματα τρεμάμενα. Τα βλέμματα είχαν καρφωθεί στη πόρτα. Με αργές κινήσεις σηκώθηκε να ανοίξει ο ΜΠΑΚ . Οι υπόλοιποι είχαν προμηθευθεί ότι αιχμηρό είχαν βρει μπροστά τους όπως πιρούνια, μαχαίρι. Ο ΜΠΑΚ μάλιστα κρατούσε μια κουτάλα που ήταν έτοιμος να την κατεβάσει στο κεφάλι του τέρατος που θα έβρισκε μπροστά του. Η πόρτα άνοιξε τρίζοντας.

Το τέρας όμως δεν ήταν καθόλου τέρας, αλλά μια γριά γυναίκα ντυμένη με μακρύ φόρεμα που στο πάνω μέρος του ήταν μαύρο και στο κάτω άσπρο. Ενδιάμεσα όμως μπορούσες να ξεχωρίσεις όλα τα χρώματα που μπορεί κάποιος να δει. Το πρόσωπό της ήταν γεμάτο ψημένο, ρυτίδες και κατακόκκινο. Το στόλιζαν όμως δύο υπέροχα γεμάτα γαλήνη και χαρά μάτια.

Με ένα χαιρετισμό μπήκε στην καλύβα βιαστικά και κατευθύνθηκε στο τζάκι που άναβε. Της πρόσφεραν ένα κονιάκ, προτείνοντας της να κάτσει μαζί τους στο τραπέζι. Όλα τα θεωρούσαν φυσιολογικά και όμορφα μέχρι που η γριά άρχισε την ιστορία της.

‘’Ίσως έχετε παραξενευτεί από την επίσκεψή μου, μια γριά γυναίκα μόνη της τι δουλειά έχει σε τέτοιες ερημιές? Μη νομίζεται ότι είμαι καμιά τρελή η ζητιάνα. Το όνομά μου είναι ΕΛΠΙΔΑ και ήξερα από καιρό ‘ότι θα ερχόσασταν.’’

Εδώ ο ΧΟΝ πετάχτηκε γεμάτος καχυποψία, αλλά τον καθησύχασε η γριά ΕΛΠΙΔΑ και συνέχισε.

‘’Ήρθα εγώ σε εσάς για να σας κάνω από ένα δώρο στον καθένα και σαν αντάλλαγμα θα ήθελα μι μικρή εξυπηρέτηση. Το δώρο αυτό θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε, ότι θα ήθελες να αποκτήσετε. Κάθε ελπίδα που έχετε που έχεις για κάποιο όνειρό σου, κάθε μορφή επιθυμίας σας.’’

Σιγή απλώθηκε στο δωμάτιο, μιά σιγή που διακόπηκε από την ερώτηση του ΨΗΛ.

‘’ Και γιατί διάλεξες εμάς’’

Η απάντηση της γριάς ελπίδας ήταν απότομη.

‘’Δεν σας διάλεξα εγώ, εσείς με διαλέξατε, εσείς με καλέσατε και εγώ ήρθα. Μη με ρωτήσεις πότε και που, αυτό θα πρέπει να ρωτήσεις τον εαυτό σας.’’

‘’Και τι είναι αυτό που θέλεις από εμάς’’ ρώτησε ο ΚΙΘ.

‘’Αυτό που θέλω είναι απλό. ίσως αρχικά να σας φανεί επικίνδυνο και βίαιο αλλά περιμένετε να τελειώσω για να βγάλετε τα συμπεράσματά σας. Θέλω το σώμα μιας νέας κοπέλας που ζει στο χωριό και μη ρωτήσετε γιατί εγώ που μπορώ να εκπληρώσω κάθε επιθυμία σας, δεν μπορώ να αποκτήσω μόνη μου το σώμα αυτό. Ο λόγος τώρα, που το χρειάζομαι είναι ότι αυτό θα είναι το νέο μου σώμα που θα κατοικήσω. Αυτό που έχω τώρα έχει εξασθενήσει από τα χρόνια. Το σχέδιο που έχω για την απαγωγή είναι τέλειο. Εφαρμόζοντάς το είναι αδύνατον να σας πιάσουν ή έστω να πέσει στην αντίληψη του το παραμικρό. Η κοπέλα ζει με τον παππού της και δεν θα εξαφανισθεί γιατί θα πάρω εγώ τη θέση της.’’

Η γριά ζητούσε να δολοφονήσουν μια ψυχή όχι ένα σώμα και σαν αντάλλαγμα πρόσφερε την πραγματοποίηση οποιασδήποτε επιθυμίας τους.

Δεν απαντούσαν ναι ή όχι, έδιναν ατελείωτες απαντήσεις, βρίσκονταν πράγματι σε μοναδικό δίλημμα. Ο φόβος όμως τους είχε κατακυριεύσει, φοβόντουσαν κάθε απάντηση. Αν ήταν θετική μπορούσαν κάλλιστα να είχαν πέσει θύματα των ψεμάτων μιας σατανικής γριάς ή πάλι η αρνητική απάντηση θα μπορούσε να επιφέρει μια τιμωρία από τη γριά.

Η απάντησή τους βγήκε μάτι από μιά μικρή σύσκεψη. Αποφάσισαν να αρνηθούν όχι τόσο για την πράξη αλλά περισσότερο από φόβο για την πραγματικά παράξενη αυτή κατάσταση.

Εδώ όμως το σκηνικό αλλάζει η γριά δεν έμεινε καθόλου γριά αλλά άρχισε να αποσυνδέεται να αραιώνει, να λιώνει σιγά σιγά βγάζοντας κραυγές και ουρλιαχτά που είναι αδύνατον να φύγουν από αυτιά που τις έχουν ακούσει.

Έλιωσε σιγά σιγά στα μάτια τους μπροστά, ώσπου έγινε ένα κόκκινο πηκτό υγρό που έβγαζε μυρωδιά όσο όλα τα νεκροταφεία όταν οι τάφοι είναι φρέσκοι και τα πτώματα βρίσκονται σε αποσύνθεση. Το υγρό έγινε αέρας που σπάζοντας το παράθυρο αυτό που ήταν πάνω από τα κεφάλια τους – ‘έφυγε παίρνοντας μαζί του τις φωνές και τα ουρλιαχτά που ακούγονταν για αρκετή ώρα μετά το φευγιό του. Ο αέρας αυτός είχε μέσα του σκιές με έντονο φωσφορούχο εκτόπλασμα που για πολλές ώρες έδινε ένα πράσινο φως στην καλύβα.

Μετά από πόλη ώρα κατάφεραν να συνέλθουν από αυτό το αλλόκοτο συμβάν,. Όμως δεν του έκανε να φύγουν από εκείνο το μέρος που πέρασαν μια αξέχαστη βδομάδα. Κάθε βράδυ όμως περίμεναν εκείνη την παράξενη γριά να του επισκεφθεί. Τη φορά αυτή όμως ήταν σίγουροι ότι θα δεχόντουσαν την προσφορά. Είχαν φτιάξει μάλιστα και κατάλογο με τα δώρα που θα του έκανε εκείνη η παράξενη φιγούρα, που έβλεπαν κατά τις έντεκα κάθε βράδυ, να πλανιέται στη απέναντι χιονισμένη πλαγιά που ήταν λουσμένη στο φως του γεμάτου φεγγαριού, χωρίς να αφήνει σημάδια στο χιόνι πίσω της.












Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου