Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

ΚΑΜΙΑ ΜΙΑ

Ήταν δεν ήταν όταν ξεπρόβαλε από τον απέναντι όγκο ένας όγκος.

Το μάτι μου δεν τον χωρούσε και έτσι χρειάστηκε και το άλλο μου μάτι να μπει σε λειτουργία, έτσι ώστε να μπορέσω να το δω ολόκληρο. Το απόγευμα του ίδιου βραδιού κατηφόρισα για το κρεβάτι μου.

Το δεξί μου αυτί από μέρες με πονούσε, γι’ αυτό ‘άλλωστε έβαλα σήμερα το καλό μου ποδήλατο στο ντιβάνι, γιατί η μαμά θα ερχόταν με το παστίτσιο στο προσκεφάλι. Ο μπαμπάς όμως δεν ξεμύτισε από τη λάμπα της κουζίνας, γιατί έβραζαν οι παντόφλες στη δυνατή φωτιά. Τα τζάκι ήταν σβηστό και έδινε μια γλύκα άλλη στη καγκελόπορτα του κυρ. Βαγγέλη, μετά βέβαια από το φαγητό.

Ήταν τόσο μα τόσο….

Ήθελα εκείνη την ημέρα επειδή ήταν σαν όλες τις άλλες και είχαμε μέσα το σπίτι μας, να έλεγα επιτέλους το μυστικό στο ντουβάρι.

Α!!! Καλά που το ξέχασα!!

Προχθές ήρθε στο αμπέλι το πουλί και κουτσούλισε το αυγό, πήδηξε και μια πατάτα και χαστούκισε τον μικρό.

Η γιαγιά μου πέρασε από τη φριτούρα και κατευθύνθηκε προς το ψυγείο για να φάει ένα μήλο. Όμως το μήλο πήγε στο κλουβί, γιατί ο παππούς λέει το φως πρέπει φτιάχνει το πετσί από πρώτο χέρι και όχι από αφρό.

Έτσι πέρασα την κατηφόρα της κυρά Πόπης και έφθασα στη πάνω γειτονιά, για να αρχίσει το αυτί μου και να τελειώσω πάλι το βράδυ.

Καληνύχτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου