Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Η ΕΠΤΑΨΥΧΗ ΜΕΤΑΛΛΙΚΗ ΑΡΚΟΥΔΑ





                           

                               ΑΝΔΡΕΑΣ Δ. ΒΑΤΙΣΤΑΣ


                              Η ΕΠΤΑΨΥΧΗ  ΜΕΤΑΛΛΙΚΗ ΑΡΚΟΥΔΑ

                                                               ΕΨΙΛΟΝ/ποίηση




Η ΕΠΤΑΨΥΧΗ  ΜΕΤΑΛΛΙΚΗ ΑΡΚΟΥΔΑ

Η επτάψυχη μεταλλική αρκούδα έγνεψε
πήγα.
Τα δόντια της καθαρά κοφτερά
έμπαιναν ηδονικά  στη σάρκα μου
τα ζουμιά μου ανάβλυζαν
από κάθε τρύπα που άνοιγε
στο σώμα μου το δόντι.
Άρχισα να γλύφω κατάπινα πονούσα.
Με μια κλωτσιά βρέθηκα στην ακτή
«σκάψε να βρεις» έλεγε η φωνή,
υπάκουσα.
Η τρύπα που ανοίχτηκε στο μυαλό μεγάλη
 ας έρθουν τα παιδιά να την κλείσουν
να φέρουν μαζί και τα παιχνίδια τους.
Κλείσε το καπάκι της κάμπιας
άσ’ την να γίνει πουλί
να πετάξει και να πεθάνει γρήγορα.





ΤΡΙΣΜΙΤ


Άδειασε τα τασάκια της Δευτέρας
στις τρίχες του γάτου
σόλο αυγού στη πάπια
αύριο και χθες στη Πανσέληνο
αναπτήρες στο ντουλάπι
γράφουν τρένα που τρέχουν,
αγαπημένη μου άνοιξη έλα
τα κάγκελα στην τρύπα
χαλασμένα αυγά στη μύτη μου
άμυαλα σίδερα μέσα μου σκουριάζουν
θα φύγω.


-ΩΝΩ

Χρειάζομαι την δύναμη του μαγικού μου ονείρου
για να σωριάσω πίσω μου κάθε εμπόδιό μου
ν' αρχίσω να κτυπώ κάθε σκουριά στο σώμα
να καθαρίζω τις 6ρωμιές τώρα.
Η νωχελική προσμονή μου στης μπύρας
τα παιχνίδια
με ποτίζει με καίει με τρώει με φτύνει
και εγώ
μόνος μιλώ σε τοίχους
τα δάκρυά μου μόνα τρέχουν
μέσα από γρίφους.



ΜΠΕ! Ε! Ε!

Φώναζαν όλη μέρα
μπε Ι ε! ε!
με προσπάθεια άρχισα να φωνάζω
η ζωή του προβάτου πονεμένη.

Πρόσεχε τους τρόπους τους το
Βλοσυρό βλέμμα τους
το πονεμένο
μάθε τους και χτίστους
στο κλουβί  τους μόνοι
εκεί που τους αρμόζει.

Το χαμόγελό μου τραυλίζει,
στις προσταγές του εγώ μου
που ήρθα και δεν ...
Οι μέρες περνούν
κάθε στιγμή πετραδάκια στη ζωή μας
χτίζουν το θάνατό μας.


ΗΣΟΥΝ

Ήσουν εκεί και περίμενες
Η επιστροφή μου στην αλλαγή
άρχισε πολύ αργά
την περίοδο του άγχους
Την εποχή που τα φώτα
χαμήλωναν και τα μάτια έτσουζαν
έγινες βροχή και έτρεξες
καθαρίζοντας τα θολωμένα νερά μου
Τα πόδια τρικλίζουν  η φωνή βαριά
το σώμα πονάει χαμηλά
Αναμένοντας το ανάλαφρο περπάτημα σου
στα χέρια μου.



ΜΕΤΡΩΝΤΑΣ

Σαράντα πενήντα εξήντα
αρχίσαμε να μετράμε όρθιοι.
Τους ακούω τα 6ράδια
να παίζουν να μιλούν
ένας τρόπος να ξεχνούν.
Να ξεχνούν τις μέρες τους
Τις μοναχικές
                      στις λαμαρίνες



ΤΑ ΤΑΣΑΚΙΑ ΤΗΣ ΠΕΜΠΤΗΣ

'Έφτυσα στο λαρύγκι μας για μας.
Μάζεψα τα λουλούδια μας, για μας.
Τ' άφησα στο βάζο σου, έλειψα,
το νερό που θα ρίξεις να 'ναι κρύο,
η προσοχή τους να 'ναι ζωή,
η αγάπη μου θα 'ναι μουσική,
περιπλανώμενη βροχή στα στήθια σου.
Να 'σαι εκεί όταν θα 'ρθω, να’ σαι.



ΣΤΟ ΣΤΥΛΟ

Φωνάξαμε τις ζάχαρες.
ανάψαμε τσιγάρα
Η μπύρα μοναχή περπάτησε
στα αδειανά στομάχια μας
ο παραλογισμός ψηλάφισε
στ' αναμμένα κύματά της
θέλω να κάνω τραμπάλα
στ' αδειανά μυαλά τους
να ξύνω τις πληγές τους
με ηδονή και χάρη
Μη τρέχεις το καρότσι,
Ο στύλος έγραψε το μωρό
στον τοίχο.


ΜΥΛΟΤΡΕΣ

Μπας και θέλησα αυτιά κότας'
πες το τραγουδιστά και ξέρουν καπνούς,
στην πυρά τα’ άνετα ρούχα σας.
Τα στρογγυλά πάρε δώσε να σταματήσουν
Έρχονται εκλογές  φωνάξτε τους παππούδες
Οι Γκαμήλες θέλουν κι άλλες καμπούρες .. τι;
Θέλω να φτύσω στο στόμα του Αετού
καταιγίδα θα φέρω και αστραπές
ν' ανάψω το τσιγάρο σου
τρυφερό γλυκό μου όνειρο.
Βάρεσα το κεφάλι, της πάπιας
στο πόμολο του μυαλού μου,
η πόρτα δεν έλεγε να’ νοίξει
ήταν ώρα ύπνου
είμαι σαλιγκάρι που κόλλησε
μου τελείωσε το σάλιο εδώ.
Την τιρκουάζ κυλόττα σου
πέτα τη σε άλλα σκέλια
θα παίξω μόνος με τις χάντρες.


ΦΑΝΑΡΙΑ

Ο κύριος παξιμάδης πέθανε
μου είχε στείλει τα καπάκια
Μέρα με τη μέρα κατάλαβα
τα βαθιά και άπατα νερά
του' πηγαδιού που έπεσε μέσα.
Περπατήστε επιτέλους να φτάσετε
αν και πήρατε τα κιλά σας
Μοίρασε μου να παίξουμε
θα βάλω όλα τα λεφτά μου.
Μπες μέσα στο, συρτάρι
Είναι κόκκινο το σκιερό σου μπούτι
Απότομα ήρθε από τα δεξιά
αμέσως 'έγινε το λιγοστά μεγάλο.
Αρχίζετε να πιστεύετε στις τύχες;
μα είναι δυνατόν, εσείς;
Τα καπάκια της με γλίτωσαν
την ώρα της βαφής τους...
Δύσκολα περνάτε στο απέναντι...
Βάλτε τα καλά σας και
γρήγορα περάστε.
Ξηλώστε τις πέρδικες
χωρίς να βλέπετε.
Αγαπάτε τα Ψαλίδια
της θείας τούμπας.
Μπα, για πιο φως μιλάτε;
Πάρτε τη μηχανή του κιμά
Και κόφτε λίγη σκέψη
Τους κλέψανε αγάπη μου.
Απόκλεισε τις ξένες και άρχισε,
και άρχισε με την σειρά
το μέτρημα της σιωπής σου.
Κούνα ρυθμικά το κορμί σου
ακούγοντας παλιές μελωδίες.
Πάμε στις τρεχούμενες πλαγιές
να τρέξουμε κοντά στη θάλασσα
Όταν θα πέσεις στο νερό
γέλα σαν μωρό
και το βράδυ στη φωτιά
ας κάψουμε τα πάθη μας
στριγκλίζοντας στ' αστέρια
θα 'ναι η ώρα που τα κότερα
θα σέρνονται στον πάτο της αλμύρας.
Φως μου σε περιμένω
 ν' ανάψεις τους πυρσούς μου
Μετά τον κρεμασμένο
ο άλλος έσπασε το τραπέζι.
Ας πηδήσουμε μαζί στ' άπατα του μυαλού
να βρούμε τις χαμένες μας  ελπίδες.



ΤΑ ΜΟΥΣΚΟΥΛΑ

Οχλαγωγίες ανώριμων σατράπηδων
οι ακόμα χειρότεροι γελαστοί ΧΑ!
θα κάνω σεφτέ
Φύλλα, μιστοί μούσκουλα μούστοι
μακαρόνια...  ΣΑΛΑΜΑΚΙ ΘΕΛΕΤΕ;
Ήταν καραφλή με Ψηλές ανταύγειες
δεν θέλησε ούτε ένα βήτα
 -Περάστε στα ενδότερα, γδυθείτε
   και ανοίξτε τα πόδια...
-Κάντε ελαφριά ανακατέματα.
ΖΗΤΩ Η ΕΠΙΠΕΔΗ ΚΑΜΠΙΑ.
ΖΗΤΩ ΤΟ ΑΥΤΙ  ΤΉΣ ΚΟΥΦΉΣ
Πέρα από την απόκρημνη παραλία της
θείας αντιλόπης
Λάκισε.. .
Έπιασε φωτιά πριν εννέα χρόνια
Έκαψε την πλαγιά την καραφλή.



ΞΥΣΕ ΚΑΙ ΦΥΓΕ

Φωνάξτε όλοι μαζί στο ποτήρι
αγγίζοντας απαλά το τρομερό μπούτι.
Και μετακομίζω επιτακτικά
Τρέφω το άστρο μου με φως
να φέγγει την αλάνα.
Το κοντό τρυγόνι στάθηκε στο  βράχο,
κοίταζε στο βάθος τα μάτια σου
και γελούσε γλύφοντας.
Άκουσε το όνομά σου στα μεγάφωνα
τρέξε κοιτάξου στον καθρέφτη
και ξύσε την κάλτσα σου
έχει μουχλιάσει στο πόδι
και είσαι ακόμα στην αρχή.



ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΣΤΥΛΟ

Ο ποιητής επρόβαλε στο γιασεμί
το τσιγάρο φωτιά στο στέρνο
Ψυχορραγείτε δίπλα μας, ακούω
το πράσινο γυαλί έβαψε τον τοίχο
και έσταξε στο πάτωμα, στη πέτρα.
Έγλυψες το καμένο χώμα
Και γεύτηκες την αλμύρα της,
είμαστε εκεί και 6λέπαμε τον λυτρωμό σου
αγαθοί και στείροι περίπου χθες.
Στάση λεωφορείου ήταν παλιά.
τώρα ανάμνηση φτασμένη
Για πάντα θα περιμένω το μεγάλο στυλό
να γράψω τη σελίδα τη μεγάλη για μας.


ΜΕΛΙ

Θες μέλι από το δένδρο
γλύφεις τα χείλια σου με τρόμο
βλέπε τα οριακά κορμάκια
και βάλε τ' αχαμνά σου καραντίνα.
Το σκεπτικό σου σκληρό, παγωμένο
πέτρωσε το χαμόγελο στα χείλη
και τα δάκρυα στα μάτια πριν 6γουν
Καληνύχτισε την ιστορία
θυμήσου το τρομερό εγώ
δυνάμωσε το ατέλειωτο  φως
και πιες τη λάβα του κορμιού σου.



Η ΤΡΥΠΑ

Άνοιξα μια τρύπα βαθιά
ανέθρεψα το σκουλήκι για ν' ανέβει
απέτυχε, σκάλωσε έπεσε
το φευγιό αβέβαιο τώρα
είναι μεγάλη και φτιαγμένη έξυπνα
Μοιάζει δικιά μου αλλά όχι
απ' άλλα χέρια είναι φτιαγμένη
φυλακή άχρωμη νιώθω αμήχανα.
Άρχισα την αναρρίχηση δύσκολα
Το χώμα νωπό ανίκανο να αντισταθεί
παρέσερνε και μένα μαζί του
Λάσπη στη σάρκα στα σωθικά
ατελείωτες προσπάθειες ήρθαν
νιώθω τρύπες κοντά
ακούω προσπάθειες άλλων
παρηγοριά μου η αποτυχία τους
κάποτε, θα τελειώσουμε
το φως, η τρύπα, το ξέρω.


ΠΛΗΜΜΥΡΙΖΩ

Πλημμυρίζω όμορφα από την μορφή της
γεμίζει το μυαλό με τα μάτια της
ακολουθώ το βήμα μου δίπλα της
ο ρυθμός σταδιακά γεμίζει
ακούω τους χτύπους
ανοίγω σιγά σιγά την πόρτα μου
Πλημμυρίζω από σένα μέσα μου.



Ο ΒΡΟΝΤΕΡΟΣ

Ο βροντερός πούλησε το μέλλον
αγόρασε καταστάσεις και όνειρα
αγόρασε το δρόμο που θα δια6εί
και άραξε για λίγο' στους ευκαλύπτους μαζί της
κοιτάζοντας τα φυλλώματα στα αστέρια.
Καλημέρα το Πάσχα μια προσευχή.
Ξεσκέπαστο όχημα πεζό όνειρο
ξυπόλητα περπατά στα όνειρά τους
τα αμφότερα ίδια μια για πάντα
Το έδρανο λουλουδιασμένο, φως
χορεύουν στο κουτί όλο και πιο γρήγορα
Οι μέρες ήσυχες, ύπνος, οικογένεια
αδειάζοντας θα έρθουν τα λουλούδια
στολίδια της εποχής της μέρας
για να ξεκινήσουμε όλοι μαζί για την πόλη



ΤΟ ΡΕΥΜΑ

Θέλω τα ρεύματα να βάλω μπρος
το θόρυβο που κρύβω
φως να θωρώ τις νότες μου
να ζουν να υπάρχουν.
Η σκουριά μας πλημμυρίζει
είναι ο καιρός πολύς.
Καλέστε το ρεύμα να μας χτυπήσει
κι όταν θα σηκωθεί η τρίχα
και το μυαλό θα καρβουνιάσει
αφήστε μας να κλειδωθούμε μέσα...
Σε λίγο ελάτε να φάτε από τα νέα
ορεκτικά μας
θα κάτσουν επιτακτικά στα στομάχια σας
Ελάτε... .




ΑΝΟΙΞΕ Η ΠΟΡΤΑ

Επτάψυχο το λαμπερό λεπίδι
στέκεται μακριά περιμένει
δαγκώθηκε, σάλεψε ο νους,
ήρθε σιγά - σιγά και μουλωχτά
χτύπησε απότομα και δυνατά
άνοιξε την πόρτα
Το στρογγυλό σαλιγκάρι πλήρωσε
τους φόρους ανακάλυψε πηγή
γλίστρησε στη σκιερή σου μπότα
κλώτσησέ το να’ ρθει σε μένα
μελωδικά θα βγάλω το κέλυφος
για να καλύψω την ορμή μου
για λίγο καιρό ακόμα.



ΤΟ ΚΟΛΟΝΑΚΙ
     
Το κολονάκι κάθεται σταυροπόδι
με τις δυο του κοιλότητες κρατά την πόρτα
το σταχτοδοχείο με το στόμα ανοικτό
περιμένει την καυτή μου στάχτη
Άδειασε την κατσαρόλα με το φαΐ.
στα πόδια της θείας Μερόπης
έτσι θα την σαγηνέψεις και θα, φας
Το πώμα στην αντλία μου τρίβει  το μάτι
και θωρώ το αλλήθωρο βλέμμα της
Αχ τα σκουλήκια παίζουν κρυφτό
τρώνε πουτίγκα στην προβλήτα του άγχους
Θα ράψω το κουμπί στη μύτη χθες
το αλαβάστρινο παντζούρι έφτασε κάτω
στο κεφάλι του σκαλοπατιού,
πέρασε χτες και ήταν ζεστό
και πως μίκρυνε μετά
μελαχρινά και όμορφα
τα νέα ήταν όλα καυτά
τότε και αύριο.


ΕΔΩ

Αρχή της μεγάλης αντάρας της χαρούμενης
οι προσμονές για γλυκές μέρες
η ομορφιά της ζέστης του πατσά
ο πατέρας τους κάνει εξαωρίες
Βότκα ζεστή, κρύα πόδια,
εντάξει παράξενες λέξεις ηχούν στ' αυτιά του βάλτου
ο παράταιρος τσίγκος έλουσε την Άνοιξη
Ο έρωτάς μου παράφορος με τρέφει
ξέρεις βλέπω με τα μάτια του νου
τώρα θα κοιμάται.
Μη μοιρολογάς, τραγούδα...
θολά νερά υψώνονται μπρος μου
τα μάτια μου όμορφες γυαλιστερές μπίλιες παίζουν στα πεζοδρόμια τα βροχερά
ξηρασία στο πλοίο τσούζει τα σύννεφα
σήμερα εδώ που γράφω
αναλαμπές στα σταχτιά νέτα νερά της.



ΥΠΕΡ

Υπέρ των νέων καιρών
για φέρε μου τον ήλιο
αναμμένα όνειρα έκαψαν
τους πόθους της πλατείας
έκαναν στην άκρη όλα
υπέρ των ονείρων μουσικές
δυνατά ακούστε το τραγούδι μου
ξεσκίζω τα πεζοδρόμια 
των πλακόστρωτων δρόμων σας
στριγκλίζω στα ουράνια
στους κομήτες φωτιά
είμαι θεός στο όνειρο
της φανταστικής μου καταδίωξης
επτάψυχα πιρούνια υπηρετούν
τις πεινασμένες μου επιθυμίες
έπρεπε να σας είναι γνωστό
Υπέρ εμού, από παλιά, για πάντα.



­
ΤΟ ΜΕΝΤΑΓΙΟΝ

Το πεταμένα τετράφυλλο  τριφύλλι
ξεράθηκε χωρίς νερό, το. ξέχασαν.
Ήταν τότε που έψαχναν για φως.
Αγκαλιασμένοι περπάτησαν
στη μοναχική την παράλια
κάπου δυο μέρες μακριά
εκεί κάπου μέσα στην άμμο
ανάμεσα από κείνα τα όμορφα βότσαλα
βρήκαν το. ξεχασμένο σύμβολό ταυ
ξερακιανός, ψηλός που από τα χέρια ταυ
ήταν φτιαγμένο, σκαλιστό και λαμπερό
το. χρυσό θολώνει από τα χρόνια.
Λαμπύριζε στο. φως ταυ φεγγαριού,
Το. έβαλε στο λαιμό της
Το. κόσμημα το μενταγιόν το στολίδι
το έβαλε στο λαιμό της
τα μάτια έβγαλαν την παλιά εκείνη λάμψη
πήρε το. μυτερό μαχαίρι και έκανε το. λαιμό ταυ
να τρέξει ατελείωτο αίμα
έκανε το κορμί να σταθεί στα γόνατα
και το κεφάλι μόνο του να πέσει στη γη.
Τα λαμπερά εκείνα μάτια γελούσαν
ώσπου το. κόσμημα γύρισε εκεί
Τα μάτια τώρα γυάλισαν από τρόμο θλίψη και πόνο.
το ματωμένα από λατρεμένο αίμα μαχαίρι
ματώθηκε από το δικό της τώρα.
Έπεσε δίπλα του χωρίς πνοή.
Ο ξερακιανός εκείνος ψηλός
κάπου μακριά στο χώρο στο χρόνο
σημείωσε δύο ακόμα γραμμούλες
στο δέντρο του χαμογελώντας.




Ο ΓΕΡΟΣ ΙΝΔΙΑΝΟΣ

Ο γέρος ινδιάνος, άναψε την πίπα του
οι γύρες της άναψαν πόθους
έκαναν τις κλειδωμένες αμπάρες ν ανοίξουν
ξέχειλες οι φαντασιώσεις απλώθηκαν στο χώρο
Τα μάτια μικρά και κόκκινα
έβλεπαν σουρεαλιστικές οπτασίες
Τα λόγια αλληγορικά γεύονταν τις πέτρες
Ο Γέρος άναψε ξανά την πίπα του
Ο καπνός έκανε τα σύννεφα να τσούξουν
τα συκώτια και τα ελάφια γονάτισαν
και οι αρκούδες σώπασαν
το φεγγάρι θόλωσε και τα βουνά μεγάλωσαν
τα φώτα χαμήλωσαν καταχνιά.
Ο Γέρος γέμισε θολά και άναψε.
Οι τσιμινιέρες άρχισαν και τελείωσαν
τα λουλούδια που έβγαιναν ήταν κόκκινα
τα κεφάλια στον αέρα και τα πόδια πατούσαν γη.
Οι μαύρες θάλασσες χαμογελούσαν λευκά
Και τα δένδρα έγιναν πράσινα ξανά. 
Ο Γέρος άναψε την πίπα του.
Η γύρα άφησε εαυτούς και αλυσίδες
πέταξαν ανάλαφρα στο χώρο γελούσαν
το χώμα ανέβηκε ο ουρανός ήρθε χαμηλά
Και έπιασε τ' αστέρια τα λαμπρά
τα έντονα πια χρώματα διαπερνούσαν
τα μάτια μέχρι τις κόρες και τις
μεμβράνες στο μυαλό αντάμα.
Στο κρανίο μέσα το αίμα ανάβλυζε
τα όργανα όλα δυνάμωναν.
Το στόμα ξερό ζητούσε γλύκες
ελαφριά πέρασαν στο χώρο.
Ο Γέρος έκλεισε τα μάτια, χαμογέλασε
σταυρώνοντας τα χέρια έγινε παιδί
να τρέχει στα λιβάδια όπως τότε.





ΕΨΙΛΟΝ / ποίηση
@ Εκδόσεις Έψιλον, Αθήνα 2002
 Πίνακας εξωφύλλου: Ανδρέας Βατίστας
 ISBN 960-395-011-4
Εκδόσεις Έψιλον - Ευριπίδης Κλεόπας
Ύδρας 10 - 15232 - Χαλάνδρι
                                            Τηλ. 0Ι - 6815153, Τηλ. - Fax: 0661 - 41280



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου